ἑτερόμαλλος

ἑτερό-μαλλος, ον,
A woolly, shaggy on one side, Str. 5.1.12: also[suff] ἑτερο-μαλλής, ές, Hsch.s.v. καυνάκαι.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετερόμαλλος — ἑτερόμαλλος, ον και ἑτερομαλλής, ές (Α) με μαλλί στο ένα από τα δύο μέρη («οἱ τάπητες... πᾱν ἀμφίμαλλόν τε καὶ ἑτερόμαλλον», Στράβ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + μαλλός, πρβλ. δασύ μαλλος] …   Dictionary of Greek

  • ἑτερόμαλλον — ἑτερόμαλλος woolly masc/fem acc sg ἑτερόμαλλος woolly neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερομάλλους — ἑτερόμαλλος woolly masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερόμαλλοι — ἑτερόμαλλος woolly masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • VILLOSA — in Ep. 3. Bonifacii Episcopi Moguntini, Transmitto villosam ad tergendos pedes Dilectionis vestrae; et Chron. Fontanellensi, Lintea ad manus tergendas villosa; tersorium est seu linteum villosum, ad tergendos pedes manusque. Est autem villosus… …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.